Της Αναστασίας Χέλη,
Η κληρονομική διαδοχή χαρακτηρίζεται από την καθολικότητα της, γεγονός που συνεπάγεται ότι ο κληρονόμος υποκαθιστά τον αποβιώσαντα σε όλες τις έννομες και περιουσιακές του σχέσεις, αναλαμβάνοντας όχι μόνο τα περιουσιακά του στοιχεία αλλά και τις υποχρεώσεις του. Ωστόσο, καθ’ όλη τη διάρκεια της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομιάς, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονόμου και της κληρονομιάς παραμένουν διακριτά, χωρίς να συγχέονται, με τις εκατέρωθεν απαιτήσεις να βρίσκονται σε κατάσταση αδράνειας. Συγκεκριμένα, η προθεσμία αποποίησης της κληρονομίας διαρκεί τέσσερις (4) μήνες ή ένα (1) έτος, αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό, και εκκινεί την επόμενη ημέρα από τότε που ο κληρονόμος πληροφορείται για την επαγωγή, δηλαδή τον θάνατο του κληρονομουμένου, που αποτελεί και τον λόγο «μεταβίβασής» της σε εκείνον.
Η πλήρης ένωση της κληρονομιάς με την προσωπική περιουσία του κληρονόμου λαμβάνει χώρα με την οριστική αποδοχή της. Μέχρι τότε η ενσωμάτωση είναι δυνητική και υπό την αίρεση της αποδοχής. Από τη στιγμή της οριστικής κτήσης η περιουσία του κληρονόμου και της κληρονομιάς συγχέονται, ενώνονται δηλαδή, με αποτέλεσμα την απώλεια της αυτοτέλειάς τους. Κατά συνέπεια, όλες οι έννομες σχέσεις του κληρονομουμένου συνεχίζουν να ισχύουν με την ίδια μορφή και έκταση αλλά πλέον υπό το όνομα του κληρονόμου. Η συνένωση αυτή επιφέρει τη σύγχυση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με αποτέλεσμα την απόσβεση των μεταξύ τους οφειλών, καθώς ο κληρονόμος αναλαμβάνει ταυτόχρονα τη θέση του πιστωτή και του οφειλέτη.
Μια άμεση συνέπεια της σύμμειξης αυτής είναι ότι οι πιστωτές του κληρονομουμένου αποκτούν το δικαίωμα να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους από την προσωπική περιουσία του κληρονόμου. Παράλληλα, οι ατομικοί πιστωτές του κληρονόμου μπορούν να στραφούν κατά των στοιχείων της κληρονομιάς του. Με τον τρόπο αυτό, η περιουσία του κληρονόμου και η κληρονομιαία περιουσία καθίστανται η μία υπέγγυα απέναντι στην άλλη. Η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας των πιστωτών του κληρονομουμένου αλλά και της διασφάλισης της ομαλής λειτουργίας των συναλλαγών. Εάν με τον θάνατο του υποχρέου επερχόταν η εξάλειψη όλων των οφειλών του, το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα διαταρασσόταν σημαντικά. Ο κληρονόμος συνεπώς φέρει προσωπική και απεριόριστη ευθύνη για τις οφειλές της κληρονομιάς, ακόμη και για εκείνες που αγνοεί, ενώ αντίθετα η μη έγκαιρη γνωστοποίηση απαιτήσεων από την πλευρά των πιστωτών δεν απαλλάσσει τον κληρονόμο από την ευθύνη του, ούτε δύναται να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους των πιστωτών.

Στην έννοια των υποχρεώσεων της κληρονομιάς περιλαμβάνονται όχι μόνο τα χρέη που υφίστανται ήδη πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου και μεταβιβάζονται στον κληρονόμο λόγω της καθολικής διαδοχής, αλλά και εκείνα που γίνονται με τον θάνατο ή μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου. Στην δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται τα χρέη από την επαγωγή της κληρονομιάς, όπως είναι η κληροδοσίες, οι τρόποι, οι δαπάνες κηδείας κλπ καθώς και τα χρέη από έξοδα που έγιναν για την τακτική διοίκηση της κληρονομιάς, όπως οι δαπάνες από πράξεις του κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομιάς ή του εκκαθαριστή ή του εκτελεστή διαθήκης. Όλα αυτά καλούνται βάρη της κληρονομιάς, διότι αφορούν την κληρονομιά αυτή καθ’ εαυτήν, χωρίς να έχουν σχέση με τον κληρονομούμενο. Από τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς δηλαδή απορρέουν τα χρέη του κληρονομουμένου και τα βάρη της κληρονομίας.
Αναφορικά με τα χρέη του κληρονομουμένου, αυτονόητη προϋπόθεση για την ύπαρξη ευθύνης του κληρονόμου ως προς αυτά είναι το κληρονομητό των εννόμων σχέσεων από τις οποίες αυτά πηγάζουν. Οι ακληρονόμητες σχέσεις αποσβήνονται με τον θάνατο του κληρονομουμένου και δεν υπόκειται πλέον στην εξουσία των δανειστών του, απαιτήσεις ωστόσο που εξαρτώνται από αίρεση, η οποία πληρώθηκε μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, περιλαμβάνονται στα χρέη αυτά και συνεπάγονται προσωπική ευθύνη του κληρονόμου. Εισάγεται λοιπόν μια εξαίρεση στον γενικό κανόνα με το άρθρο 1902 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο κληρονόμος μπορεί να δηλώσει στο δικαστήριο της κληρονομιάς ότι αποδέχεται με το ευεργέτημα της απογραφής, δηλαδή αποδέχεται την κληρονομιά αλλά η προσωπική του περιουσία και αυτή της κληρονομιάς δεν συνενώνονται, παραμένουν δύο ξεχωριστές οικονομικές ομάδες και ο κληρονόμος ευθύνεται έναντι των κληρονομικών δανειστών μέχρι το ενεργητικό της κληρονομιάς (άρθρο 1904 ΑΚ).
Κάθε κληρονόμος έχει τη δυνατότητα, εφόσον το επιθυμεί, να αποδεχτεί την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής, ενώ στην περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι του ενός κληρονόμοι καθένας μπορεί να αποδεχθεί τη μερίδα του με το ευεργέτημα της απογραφής, χωρίς να ωφελούνται οι υπόλοιποι κληρονόμοι που δεν έκαναν αντίστοιχη δήλωση για τις δικές τους μερίδες. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όμως ο νόμος ορίζει ότι είναι υποχρεωτική η αποδοχή της κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής, ενώ δεν απαιτείται να γίνει σχετική δήλωση στο δικαστήριο της κληρονομιάς και ειδικότερα στις παρακάτω περιπτώσεις:
1) στην κληρονομιά που επάγεται σε ανήλικο και τελεί υπό γονική μέριμνα (άρθρο 1527 ΑΚ),
2) στην κληρονομιά που επάγεται σε ανήλικο και τελεί υπό επιτροπεία (άρθρο 1625 ΑΚ),
3) στην κληρονομιά που επάγεται σε πρόσωπα που βρίσκονται σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1678 ΑΚ),
4) στο Δημόσιο όταν καλείται ως κληρονόμος καθώς και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ).

Η δήλωση αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής γίνεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της κληρονομίας μέσα στην προαναφερθείσα προθεσμία. Συντάσσεται σχετική έκθεση από τον γραμματέα για την απόδειξη της δήλωσης, ενώ απαραίτητη προϋπόθεση αυτής είναι να μην έχει λάβει χώρα αποποίηση της κληρονομιάς. Το ευεργέτημα της απογραφής αποκτάται με τη δήλωση αποδοχής της κληρονομίας, τελεί όμως υπό τη διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης απογραφής. Ως απογραφή ορίζεται η ακριβής και πιστή καταγραφή των στοιχείων της κληρονομιάς που γίνεται από συμβολαιογράφο με τη συμμετοχή δύο (2) πραγματογνωμόνων ύστερα από αίτηση διορισμού. Ο κληρονόμος με απογραφή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1903 ΑΚ, οφείλει να ολοκληρώσει την απογραφή μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από τη στιγμή που κατέθεσε τη δήλωση για αποδοχή της κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής. Σε περίπτωση που υπάρχουν ακίνητα στην κληρονομιαία περιουσία είναι απαραίτητη περαιτέρω η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της απογραφής από τον κληρονόμο, η οποία μεταγράφεται στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ή Κτηματολόγιο και η οποία είναι διαφορετική από την έκθεση της απογραφής, πρόκειται δηλαδή για ένα ξεχωριστό στάδιο της διαδικασίας της αποδοχής.
Έτσι επιτυγχάνεται οι δύο περιουσίες (κληρονομιά και ατομική περιούσια) να παραμένουν διακριτές ως προς τα χρέη του κληρονομουμένου, έως το σημείο του ενεργητικού της κληρονομιαίας περιουσίας. Σύμφωνα με τα άρθρα 1904 και 1905 του Αστικού Κώδικα, ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομιάς, ενώ οι δανειστές του δεν έχουν δικαίωμα να ικανοποιηθούν από την κληρονομική περιουσία. Ο κληρονόμος αναλαμβάνει τον ρόλο του διοικητή της κληρονομιάς με σκοπό την εξόφληση των χρεών και είναι υποχρεωμένος να τη διαχειρίζεται με επιμέλεια, ευθύνεται δε για κάθε πταίσμα στη διαχείριση.
Αν η διαχείριση της κληρονομίας αποδειχθεί ιδιαίτερα επαχθής, ο κληρονόμος έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με το άρθρο 1909 ΑΚ, να παραχωρήσει την κληρονομιά στους δανειστές και τους λοιπούς κληρονόμους απαλλάσσοντας τον εαυτό του από κάθε ευθύνη, ενώ το δικαστήριο προχωρά σε δικαστική εκκαθάριση της κληρονομικής περιουσίας. Στην περίπτωση αυτή, ο κληρονόμος παραμένει φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της κληρονομιάς, αλλά δεν μπορεί να προβεί σε διαχειριστικές ενέργειες χωρίς τη συναίνεση του δικαστηρίου (άρθρο 1908 ΑΚ).
Επιπλέον, το άρθρο 1904 ΑΚ αποσαφηνίζει ότι δεν υπάρχει σύγχυση ως προς τα δικαιώματα του κληρονόμου σε σχέση με την κληρονομιά, όπως για παράδειγμα αν είναι ενυπόθηκος δανειστής του κληρονομούμενου, καθώς σε αυτή την περίπτωση λαμβάνει μέρος στην αναγκαστική εκτέλεση. Όσον αφορά τις υποθήκες ή προσημειώσεις, ο ενυπόθηκος δανειστής δεν απολαμβάνει προνομιακή ικανοποίηση έναντι άλλων δανειστών της κληρονομίας (άρθρο 1906 ΑΚ).

Αναφορικά με την έκπτωση από το ευεργέτημα, το άρθρο 1911 ΑΚ προβλέπει περιοριστικά τις περιπτώσεις απώλειας του ευεργετήματος. Οι βασικές περιπτώσεις περιλαμβάνουν την μη εμπρόθεσμη σύνταξη απογραφής, την υποβολή ανακριβούς απογραφής με σκοπό την πρόκληση βλάβης στους δανειστές, τη δόλια διαχείριση της κληρονομιάς και την εκποίηση της κληρονομιάς χωρίς άδεια του δικαστηρίου. Εάν ο κληρονόμος εκπέσει από το ευεργέτημα, θεωρείται αναδρομικά απλός κληρονόμος και η προσωπική του περιουσία ενώνεται με την κληρονομική. Επίσης, ο κληρονόμος μπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτημα εκουσίως, οπότε και πάλι αναδρομικά θεωρείται απλός κληρονόμος. Στην περίπτωση ανίκανων ή περιορισμένα ικανών προσώπων που υποχρεούνται να αποδεχτούν την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής, εκπίπτουν από το ευεργέτημα, αν δε συντάξουν την απογραφή εντός ενός έτους από την αποκατάσταση της πλήρους ικανότητάς τους (άρθρο 1912 ΑΚ).
Συμπερασματικά, η αποδοχή κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής, ενώ στην πράξη χρησιμοποιείται σπάνια, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, όταν είναι πολύ πιθανή η ύπαρξη χρεών στην κληρονομιά και τίθεται, προκείμενου να προστατεύσει τον κληρονόμο από τον κίνδυνο να ζημιωθεί η ατομική του περιουσία λόγω χρεών της κληρονομιάς.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΗΓΗ
- Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Εγχειρίδιο Κληρονομικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλας, 2023