11.7 C
Athens
Παρασκευή, 4 Απριλίου, 2025
ΑρχικήΚοινωνίαΕσείς τι κρύβετε;

Εσείς τι κρύβετε;


Του Κωνσταντίνου Μπαρτζώκα,

Πότε ήταν η τελευταία φορά που φάγατε ένα λαχταριστό μπισκότο ή cookie, το οποίο κανονικά αποφεύγετε για λόγους υγείας, αλλά τελικά υποκύψατε στη γλύκα του; Κάπως έτσι φαίνεται πως λειτουργεί και η ψηφιακή μας ζωή. Αποδεχόμαστε σωρηδόν τα διαδικτυακά «cookies» που βρίσκουμε μπροστά μας, χωρίς πολλή σκέψη για τις επιπτώσεις αυτής της συνήθειας. Στη συνέχεια καταλήγουμε να ζούμε με μια «ψηφιακή υπεργλυκαιμία», έχοντας παραδώσει μεγάλο μέρος των δεδομένων μας σε επιχειρήσεις και κρατικούς φορείς. Όταν λοιπόν, ανοίγει η κουβέντα για την προστασία της ιδιωτικότητας και τα θέματα παρακολούθησης, πολλοί απαντούν ότι δεν τους νοιάζει, «εφόσον δεν έχουν τίποτα να κρύψουν». Η αποδοχή αυτού του σκεπτικού δείχνει πόσο έχει διαστραφεί η έννοια της ιδιωτικότητας, λες και εκείνη αφορά μόνο όσους διαπράττουν κάτι παράνομο.

Ο Edward Snowden, που αποκάλυψε τον τεράστιο όγκο παρακολουθήσεων από την αμερικανική NSA, τονίζει πως όποιος λέει «δεν έχω τίποτα να κρύψω» είναι σαν να δηλώνει ότι δεν τον νοιάζει η ελευθερία λόγου, επειδή δήθεν δεν έχει κάτι σημαντικό να πει. Επιμένει ότι η ιδιωτικότητα δεν ταυτίζεται με ενοχή, αλλά με το δικαίωμα να μην ξέρει ο καθένας τι κάνει ο άλλος κάθε στιγμή. Η σκέψη του συναντά τα λεγόμενα του Bruce Schneier, ο οποίος αναφέρει μια φράση που αποδίδεται στον καρδινάλιο Ρισελιέ: «Δώστε μου έξι προτάσεις γραμμένες από τον πιο τίμιο άνθρωπο και θα βρω αρκετές για να τον κρεμάσω». Με αυτή την εικόνα ο Schneier υπενθυμίζει ότι καμία πληροφορία δεν είναι απόλυτα ακίνδυνη, διότι μπορεί να ερμηνευθεί στραβά ή να αξιοποιηθεί κακόβουλα αν βρεθεί σε λάθος χέρια. Αν, λοιπόν, κάποιος επιμένει ότι δε διατρέχει κίνδυνο, μπορεί να μην έχει υπολογίσει τη δύναμη της διαστρέβλωσης της πληροφορίας.

Πηγή Εικόνας: freepik.com/ Δικαιώματα χρήσης: pikisuperstar

Κάποιοι, όπως ο Assange, υπενθυμίζουν ότι η ολοκληρωτική επιτήρηση αντιπροσωπεύει μια «μαζική δομική αλλαγή» προς έλεγχο σε κοινωνίες με κυβερνήσεις που έχουν αυταρχικές τάσεις, όπου όταν τα πράγματα στραβώσουν σε πολιτικό ή κοινωνικό επίπεδο, όσοι σήμερα νιώθουμε «αθώοι» μπορεί ξαφνικά να βρεθούμε στο στόχαστρο. Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που κάτι τέτοιο θα συνέβαινε. Η λογική του «αν δεν έχεις τίποτα να κρύψεις, δε φοβάσαι» βασίζεται στην παραδοχή ότι οι νόμοι και οι αρχές είναι εξ ορισμού δίκαιοι. Αν όμως αυτοί οι νόμοι γίνουν άδικοι ή αν τα κριτήρια του «ποιος είναι καλός και ποιος κακός» αλλάξουν, η παραμικρή πληροφορία που δώσαμε αβίαστα θα μπορούσε ακόμα και να μας καταστρέψει.

Τα ιστορικά δικαιώματα στην προστασία των δεδομένων αντανακλώνται σε διεθνή κείμενα, όπως η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Άρθρο 12), όπου απαγορεύεται η αυθαίρετη επέμβαση στην προσωπική ζωή. Το ίδιο και στο International Covenant on Civil and Political Rights (Άρθρο 17). Η νομική κατοχύρωση της ιδιωτικότητας μαρτυρά πως δεν υπάρχει μόνο για εγκληματίες ή ενόχους, αλλά συνιστά θεμέλιο της δημοκρατικής ζωής. Κανείς δεν απαιτεί να μην ελέγχεται ποτέ κανένας, αλλά προκρίνεται η ιδέα ότι η κρατική ή εταιρική επιτήρηση χρειάζεται αυστηρούς περιορισμούς και συγκεκριμένους λόγους, όχι αθρόα συλλογή δεδομένων με την πρόφαση του «αν δεν είσαι κακός, δεν κινδυνεύεις».

Η πρόταση ότι η επιτήρηση στοχεύει μόνο στον περιορισμό της εγκληματικότητας φαντάζει λίγο σαν δικαιολογία, όταν οι υπόλοιποι φορείς (αστυνομία, δικαιοσύνη), δε λειτουργούν αποτελεσματικά, για το καλό της κοινωνίας. Αυτοί που θεωρούν τις κάμερες σωστό μέσο που εμποδίζει τους ανθρώπους από το να προβούν σε παραβατικές ενέργειες, γιατί ξέρουν ότι θα τιμωρηθούν, παραβλέπουν το γεγονός ότι μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι αποφεύγουν να παραβούν νόμους αποκλειστικά λόγω του φόβου της τιμωρίας, είναι μια κοινωνία που χωλαίνει.

Πηγή Εικόνας: freepik.com/ Δικαιώματα χρήσης: rawpixel.com

Το αίσθημα ότι μπορεί να είμαστε υπό παρακολούθηση ανά πάσα στιγμή περιορίζει σημαντικά την ελευθερία μας να εκφραστούμε με αυθορμητισμό και δημιουργικότητα. Ο Glenn Greenwald αναφέρει πως όταν κάποιος γνωρίζει ότι παρακολουθείται, μπαίνει σε λειτουργία ένας «εσωτερικός λογοκριτής» που μας ωθεί να προσαρμόζουμε τις κουβέντες και τις πράξεις μας στις προσδοκίες ενός αόρατου παρατηρητή. Ο Jeremy Bentham, μέσα από τη σύλληψη της ιδέας του Πανοπτικού (μιας φυλακής όπου οι κρατούμενοι βρίσκονται σε συνεχή επιτήρηση), υπογραμμίζει, πως η διαρκής αβεβαιότητα γύρω από το αν είμαστε ή όχι στο στόχαστρο οδηγεί σε ψυχολογικό φόβο, με αποτέλεσμα να αποφεύγουμε συμπεριφορές που δε συνάδουν με τους κανόνες ή που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν. Εκτός πλαισίου φυλακής, στην καθημερινή ζωή, η μόνιμη υποψία παρακολούθησης στενεύει το περιθώριο για πραγματικά ελεύθερη έκφραση.

Οι μειονότητες επηρεάζονται πάντοτε δυσανάλογα από την εντατική επιτήρηση. Ο Adam D. Moore εξηγεί ότι θρησκευτικές, σεξουαλικές ή εθνοτικές ομάδες που αποκλίνουν από την πλειοψηφία, είναι συχνά τα πρώτα θύματα αυστηρότερων ή μεροληπτικών μηχανισμών ελέγχου. Επίσης, δημοσιογράφοι που καλύπτουν ευαίσθητα θέματα, όπως σκάνδαλα διαφθοράς, διαπιστώνουν πως οι πηγές τους γίνονται απρόθυμες να συνεργαστούν όταν φοβούνται ότι παρακολουθούνται. Το αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση της ερευνητικής δημοσιογραφίας και η επικράτηση ενός κλίματος λογοκρισίας, όπως έχει επισημάνει συχνά και ο Glenn Greenwald. Η αποδοχή της ιδέας «δεν έχω τίποτα να κρύψω» δεν επηρεάζει μόνο την ατομική μας ζωή, αλλά και όσους βρίσκονται πιο εύκολα στο στόχαστρο μιας προκατειλημμένης εξουσίας. Η αποδοχή της ιδεολογίας της επιτήρησης βλέπουμε ότι δεν επηρεάζει μόνο εμάς, αλλά και τους υπόλοιπους ανθρώπους. Είναι θέμα συλλογικής ευθύνης.

Η ιδιωτικότητα περιλαμβάνει ακόμη και τις πιο προσωπικές στιγμές: όποιος μαθαίνει κιθάρα στο δωμάτιό του ή δοκιμάζει μια νέα χορογραφία μόνος του, δεν επιθυμεί να μετατρέψει σε παράσταση κάθε του λάθος μπροστά σε δεκάδες άτομα. Παρόμοια λογική εξηγεί γιατί οι πόρτες στις τουαλέτες δε χρησιμεύουν μόνο στην αποτροπή παράνομων πράξεων, αλλά κυρίως στην προστασία ενός χώρου όπου νιώθουμε άνετοι, ελεύθεροι από κριτική ή ντροπή. Ο Glenn Greenwald έχει μιλήσει για τον ρόλο της ντροπής ως «ύστατη φυλακή», που μας οδηγεί σε υπερβολική συμμόρφωση όταν φοβόμαστε ότι τα πάντα παρακολουθούνται. Στο ίδιο πνεύμα, ελάχιστοι θα παρέδιδαν τους κωδικούς πρόσβασής τους ή τα ιατρικά τους αρχεία σε άγνωστα πρόσωπα, όσο βέβαιοι κι αν δηλώνουν πως «δεν έχουν τίποτα να κρύψουν». Η αλήθεια είναι πως όλοι επιθυμούμε έναν χώρο όπου ασκούμε τον έλεγχο στο τι μοιραζόμαστε και με ποιον. Η συναίνεση, λοιπόν, γίνεται το κλειδί: μόνο όταν δίνουμε συνειδητά τη συγκατάθεσή μας, νιώθουμε πραγματικά ελεύθεροι να ρυθμίζουμε τα όρια του προσωπικού και του ιδιωτικού.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κωνσταντίνος Μπαρτζώκας
Κωνσταντίνος Μπαρτζώκας
Γεννήθηκε στην Καστοριά και μεγάλωσε στην Καρδίτσα. Σπουδάζει στο Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, ενώ στον ελεύθερο χρόνο του διαβάζει βιβλία και παρακολουθεί ταινίες.