Του Κυριάκου Χατζησάββα,
Η ιστορία της ομοφυλοφιλίας είναι η ιστορία ενός συνεχούς αγώνα επιβίωσης. Σε αυτήν τη σκληρή ιστορία, ωστόσο, ο Μεσαίωνας, με εξαίρεση την ύστερη φάση του, δεν αποτέλεσε μία εκ των περιόδων καταπίεσης, παρά τις στερεοτυπικές ιδέες που έχουμε για την εποχή. Αντίθετα, ο Πρώιμος και o Ώριμος Μεσαίωνας, που αριθμούσαν ελάχιστους νόμους (πρακτικά ανεφάρμοστους) σχετικά με τη σεξουαλικότητα και το γάμο, υπήρξαν περίοδοι, όπου η ομοφυλοφιλία δεν ήταν μόνο ανεκτή, αλλά και θέμα εορτασμών, όπως αναδεικνύεται για παράδειγμα στην ποίηση της εποχής. Παρακάτω, θα αναλύσουμε τους λόγους για τους οποίους, η προαναφερθείσα κατάσταση έμελλε να αλλάξει κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα.
Είναι κοινά αποδεκτό μεταξύ των ιστορικών πως ο 11ος και ο 12ος αιώνας χαρακτηρίζονταν από ανεκτικότητα και αποδεκτικότητα, ενώ ο 13ος και ο 14ος αιώνας από περιορισμούς, προστατευτικότητα και αποκλεισμούς. Ομολογουμένως, η αναγνώριση και η καταγραφή των πραγματικών αιτιών αυτής της διαφοροποίησης δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητική λόγω της έλλειψης πηγών, ωστόσο μερικές έχουν τύχει ευρείας αποδοχής από τους μελετητές της εποχής.
Κυριότερος λόγος αυτής της απότομης και ριζικής αλλαγής φαίνεται να υπήρξε η άνοδος απόλυτων καθεστώτων. Οι πολιτικές αρχές αναγνώριζαν ότι βασικό μέσο για την επιβίωση τους ήταν η διανοητική και θεσμική ομοιομορφία. Για να επιτευχθεί το παραπάνω, προχώρησαν στην επιβολή ενός αναθεωρητικού προγράμματος, διακριτού σε όλες τις εκφάνσεις της οργάνωσης και ειδικά στη θρησκεία, η οποία επιδέχθηκε ριζικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της. Η θεολογία συστηματοποιήθηκε, ενώ ιδρύθηκε και ο θεσμός της Ιεράς Εξέτασης, για την εξαφάνιση των όποιων παρεκκλίσεων, σε μια περίοδο όπου οι εκκλησιαστικές και οι κοσμικές αρχές συμπορεύθηκαν χάρη στις κοινές τους ανησυχίες, αλλά και στον κοινό στόχο της ομοιομορφίας.

Η πορεία προς την ομοιομορφία ωστόσο, είχε δραματικές συνέπειες για τις διάφορες μειονότητες των κοινωνιών που εξετάζονται. Η τεράστια αύξηση των νομοθετημάτων, καθώς και η συνεχής προσπάθεια κωδικοποίησης ενός δικαίου επηρεασμένου από τον Ιουστινιανό και το ρωμαϊκό δίκαιο είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των ελευθεριών των μειονεκτούντων κοινωνικά ομάδων και των μειονοτήτων, καθώς και την τροφοδότηση ενός κοινωνικού μίσους απέναντι σε αυτές. Όσο διαφορετικές κι αν ήταν μεταξύ τους αυτές οι ομάδες, υπήρξαν όλες αποδέκτες ενός κύματος αποδοκιμασίας και απέχθειας, πορευόμενου από έναν αόριστο φόβο του διαφορετικού, που κατέβαλε την πλειονότητα.
Η παραπάνω ξενοφοβία υπήρξε σε μεγάλο βαθμό και αποτέλεσμα των αλλεπάλληλων σταυροφοριών που συνέβησαν την εποχή αυτή, με τα τεράστια εκστρατευτικά σώματα να πλάθουν μέσα από τις διηγήσεις τους τον κυρίαρχο λόγο (discourse) της περιόδου. Μέσα από αυτόν, οι ομοφυλόφιλοι πληθυσμοί των χριστιανικών περιοχών δέχτηκαν έμμεσα αλλά κρίσιμα πλήγματα λόγω της σύνδεσης της σεξουαλικότητας τους με τις σεξουαλικές πρακτικές των μουσουλμάνων. Συγκεκριμένα, από την πρώτη σταυροφορία κι έπειτα, εμφανίζονται πηγές που σκιαγραφούν τη μουσουλμανική πρακτική του ομόφυλου βιασμού, ως μία από τις πτυχές της μουσουλμανικής ανηθικότητας, ενώ σε κάποιες πηγές παρουσιάζεται και η πεποίθηση ότι η σοδομία ήταν βαθιά διαδεδομένη στη μουσουλμανική κοινωνία καθώς και ότι η σεξουαλική κακοποίηση ασκείτο όχι μόνο εις βάρος ανδρών και γυναικών αλλά και ζώων. Με τους Μουσουλμάνους να θεωρούνται ο κύριος εξωτερικός εχθρός του Χριστιανισμού την εποχή που μελετάμε, η σύνδεση των ομοφυλόφιλων στρωμάτων μαζί τους ήταν καταστροφική.
Παράλληλα, ο χριστιανικός κόσμος είχε ακόμη έναν εξίσου επικίνδυνο εχθρό στο εσωτερικό, με τον οποίο οι ομοφυλόφιλοι πληθυσμοί έμελλε και πάλι να ταυτιστούν. Ο εχθρός αυτός δεν ήταν άλλος από τους αιρετικούς. Πολλές από τις αιρέσεις, που αποτελούσαν την πιο ειδεχθή μειονότητα για τους Χριστιανούς, συνδέθηκαν ανά τα χρόνια με τη σοδομία και ειδικότερα, αν και όχι πάντα, με τη μορφή της ομοφυλοφιλικής σεξουαλικής πράξης. Μάλιστα, στο πλαίσιο των αιρετικών δικών είχε επισημοποιηθεί η ορολογία «προδότες, αιρετικοί και σοδομίτες» καθώς και η κατάταξη των ομοφυλόφιλων ως «ενάντια της φύσης». Η εγκυρότητα της ταύτισης των αιρετικών με την ομοφυλοφιλία είναι δύσκολο να εξεταστεί, ωστόσο φαντάζει μάλλον ανακριβής, αφού κύριος στόχος των περισσότερων αιρετικών ήταν ένας ακραίος ασκητισμός, κατηγορώντας τις εκκλησιαστικές αρχές για τη χαλαρότητα που επιδείκνυαν σε αρκετά ζητήματα. Πολύ πιθανότερο είναι η ταύτιση να είχε γίνει από τις εκκλησιαστικές αρχές για να παρουσιάσουν με ακόμη πιο αρνητικό τρόπο τους αιρετικούς.

Η μεταστροφή της κοινής γνώμης και των αρχών απέναντι στην ομοφυλοφιλία καταδεικνύεται με τον πλέον προφανή τρόπο στους νομικούς κώδικες της εποχής. Χαρακτηριστικά, μονάχα δύο νομικοί κώδικες του αιώνα δεν έθεταν σοβαρές ποινές απέναντι στην ομοφυλοφιλία. Στη Γαλλία, η νομική σχολή της Ορλεάνης εξέδωσε ένα κώδικα κατά τον οποίο η πρώτη παράβαση επέφερε ευνουχισμό, η δεύτερη ακρωτηριασμό ενώ η τρίτη καύση στην πυρά. Παράλληλα, η περιουσία των ενόχων κατασχόταν και περιερχόταν στον βασιλιά. Παρόμοιες νομοθεσίες εμφανίζονται την ίδια περίοδο στη Νορβηγία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Αγγλία. Είναι αξιοσημείωτο πως μέσα σε μόλις 50 χρόνια, από το 1250 μέχρι το 1300, η ομοφυλοφιλία πέρασε από την πλήρη νομιμότητα στην πλήρη ανομία, με την παράβαση να επιφέρει θάνατο σύμφωνα με όλους τους νομικούς κώδικες της εποχής, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων.
Φαίνεται ότι η επιβολή των παραπάνω νόμων δεν ήταν τόσο συνεπής και αυστηρή, όσο η ρητορική τους, με τη διαφοροποίηση ωστόσο της κοινωνικής θέσης των ομοφυλόφιλων στρωμάτων να είναι έκδηλη. Μεταξύ του 1150 και του 1350, φαίνεται πως η ομοφυλοφιλία πέρασε στην κοινή γνώμη από μια προσωπική προτίμηση μίας μειονότητας η οποία γιορταζόταν και σατιριζόταν, σε μία αντικοινωνική, ειδεχθή και αμαρτωλή απόκλιση. Η άλλοτε ανθίζουσα, στους εκκλησιαστικούς κύκλους, ομοφυλοφιλική ποίηση είχε εξαλειφθεί πλήρως μέχρι το 1300, αφού ένα μόνο ομοφυλοφιλικό παράπτωμα θα σήμαινε τον διαπαντός αποκλεισμό από τις κληρικές βαθμίδες καθώς και τον εκκλησιαστικό διωγμό με πιθανή ποινή μέχρι και το θάνατο. Παράλληλα, η ομοφυλοφιλία θεωρείτο πλέον μία σοβαρότατη κατηγορία σε περιπτώσεις διώξεων και δικών, όπως συνέβη με την περίπτωση των Ναϊτών, αλλά και επαρκής δικαιολόγηση για τη δολοφονία ακόμα και βασιλιά, όπως έγινε στην περίπτωση του βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου Β´.
Παρά το γεγονός ότι, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή, είναι αδύνατη η ικανοποιητική ανάλυση όλων των αιτίων που οδήγησαν σε αυτή τη δραματική μεταβολή, είναι πασιφανές πως αυτή άλλαξε για πάντα τη ζωή των ομοφυλόφιλων πληθυσμών της Ευρώπης. Ο φόβος που γέννησε η ολοένα και αυξανόμενη έχθρα απέναντι τους, οδήγησε στην ολοκληρωτική εξαφάνιση της ομοφυλοφιλικής κουλτούρας που αναδυόταν στις ίδιες περιοχές μόλις δύο αιώνες νωρίτερα. Η ρητορική μίσους της εποχής, επηρέασε και διαμόρφωσε τη δυτική σκέψη και κοινωνική οργάνωση ακόμη και μετά την εξαφάνιση των συνθηκών που τη γέννησαν, με τις συνέπειες της να είναι φανερές μέχρι και σήμερα.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- David F. Greenberg, Marcia H. Bystryn (1982), Christian Intolerance of Homosexuality, American Journal of Sociology
- John Boswell (1980), Christianity, Social Tolerance, and Homosexuality, University of Chicago Press
- Michael Goodrich (1979), The Unmentionable Vice: Homosexuality in the Later Medieval Period, Ross – Erikson
- Ruth Mazo Karras (2005), Sexyality in Medieval Europe, Routledge