Tου Γιώργου Κωνσταντινίδη,
Από τους Αγίους Τόπους στη Λευκή Θάλασσα
Ο Κριμαϊκός πόλεμος (1853-1856) υπήρξε μια σύγκρουση παγκόσμιου βεληνεκούς, μεταξύ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και τις δυνάμεις του αντι-ρωσικού συνασπισμού, τον οποίο συγκροτήσαν η Βρετανία, η Γαλλία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία (και η Αυστρία και η Πρωσία μετέπειτα).
Καθόλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, το «Ανατολικό ζήτημα», ποια δύναμη δηλαδή θα διαδεχόταν τον «Μεγάλο Ασθενή» της Ευρώπης (την Οθωμανική Αυτοκρατορία) σε περίπτωση κατάρρευσης του, κυριαρχούσε στη διεθνή γεωπολιτική σκηνή. Πιο συγκεκριμένα, ο γεωπολιτικός πόθος της Ρωσίας να αποκτήσει πρόσβαση στις «θερμές θάλασσες» της Μεσογείου, ωθούσε τη θαλασσοκράτειρα Βρετανία να επιχειρεί τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Αφορμή της σύγκρουσης, στάθηκε η θρησκευτική διαμάχη μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων πιστών σχετικά με τη κυριότητα και τα προνόμια του ναού του Πανάγιου Τάφου στους Αγίους Τόπους. Ο Αυτοκράτορας της Γαλλίας Ναπολέων Γ’, άδραξε την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως υπερασπιστής των καθολικών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ παράλληλα ο τσάρος Νικόλαος Α’ επιδίωξε την άσκηση του ρόλου που του είχε αποδοθεί με τη συνθήκη Καουτσούκ Καϊναρτζή ως προστάτης των ορθόδοξων πιστών. Αυτό βέβαια, δεν ήταν παρά ένα απλό πρόσχημα, καθώς τα κίνητρα και των δυο υπερδυνάμεων ήταν περισσότερο πρακτικά, όπως η επίτευξη ευνοϊκών εμπορικών όρων στην Ανατολή για τη Γαλλία και η αποκόμιση εδαφών από τους Οθωμανούς για τη Ρωσία.

Ο Οθωμανός σουλτάνος, λοιπόν, έπρεπε να βρει μια συμβιβαστική λύση για να ικανοποιήσει και τις δυο δυνάμεις. Μετα την άρνηση όμως των όρων που πρότεινε ρωσικό τελεσίγραφο στις 23 Απρίλιου το 1853 (περί διασφάλισης των δικαιωμάτων των ορθοδόξων της αυτοκρατορίας), η Ρωσία και η οθωμανική αυτοκρατορία βρίσκονταν στα πρόθυρα της ένοπλης διαμάχης. Ο πόλεμος μεταξύ τους κηρύχτηκε επισήμως στις 22 Σεπτεμβρίου 1853. Οι δυτικές δυνάμεις μετα τη συντριπτική ήττα των Οθωμανών στη ναυμαχία της Σινώπης (30 Νοεμβρίου 1853), φοβούμενοι την ολική κυριαρχία των Ρώσων, συμπαρατάχθηκαν με τον σουλτάνο στις 27 Μαρτίου του 1854.
Η Ελλάδα και το όνειρο του αλυτρωτισμού
Οι εθνικές προσδοκίες του Ελληνικού Βασιλείου, φαίνονταν για πρώτη φορά ρεαλιστικές με το ξέσπασμα του Κριμαϊκού πολέμου. Ειδικότερα, τόσο η ελληνική αστική τάξη, όσο και η πολιτική ηγεσία (Ι. Κωλέττης) και το Στέμμα (Οθωνας), ακολουθούσαν τις επιταγές του οράματος της «Μεγάλης Ιδέας», την απελευθέρωση δηλαδή των «αλύτρωτων» Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό. Με την σιωπηλή ανοχή της ελληνικής κυβερνήσεως από τα τέλη της δεκαετίας του 1830, υπήρχε ενεργή δραστηριοποίηση μυστικών εθνικιστικών εταιρειών στα ελληνο – οθωμανικά σύνορα, που εξύφαιναν εξεγέρσεις στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη νότια Μακεδονία. Επιπρόσθετα, ο ναυτικός αποκλεισμός που είχε επιβάλει η Βρετανία στην Ελλάδα το 1850 με αφορμή την υπόθεση Πατσίφικο, τόσο η ελληνική κοινή γνώμη, όσο και ο Οθωνας, είχαν απομακρυνθεί από την αγγλική επιρροή και στρέφονταν σταδιακά προς τη Ρωσία.
Ο Αθηναϊκός τύπος κατά τα τέλη του 1853, εξέφραζε ένθερμα τα φιλοπόλεμα αισθήματα της ελληνικής κοινωνίας, η οποία προσδοκούσε στην σωτηρία των ορθοδόξων από το «ξανθό γένος», σύμφωνα με λαϊκούς θρύλους, αλλά και την ιδανική συγκυρία που το έτος 1853 αποτελούσε. Για την ελληνική κοινή γνώμη, ο Αγώνας του 1821 ήταν ημιτελής και βρισκόταν σε «παύση». Επιπλέον, και για το λαό αλλά και για τον Οθωνα, η ρωσική ισχύς μπορούσε να συμβάλλει στην επίτευξη της εθνικής ολοκλήρωσης του ελληνικού βασιλείου και αυτή δεν ήταν άλλη, πέρα από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Ο Όθωνας και η Αμαλία μάλιστα, οργάνωναν μυστικούς εράνους στους οποίους συμμετείχαν εύποροι έμποροι της Μασσαλίας, της Τεργέστης και της Βιέννης, για τον εξοπλισμό του ελληνικού στρατού με όπλα και πολεμοφόδια. Μολαταύτα, ελληνικά ρομαντικά όνειρα, περί «ανάστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», είχε διαψεύσει παρασκηνιακά ο ίδιος ο Τσάρος Νικόλαος σε συνάντηση του με τον Βρετανό πρεσβευτή Σέιμουρ στην Πετρούπολη (28 Δεκεμβρίου 1852), όπου ξεκαθάριζε πως δε θα επέτρεπε σε καμία δύναμη πέρα τη Ρωσία να ελέγξει την Κωνσταντινούπολη.
Οι εξεγέρσεις
Το φιλοπόλεμο κοινωνικό κλίμα («Ανάστα! Ανάστα! Εις τα όπλα!»), σε συνδυασμό με αυθαιρεσίες Οθωμανών διοικητών εις βάρος Ελλήνων χριστιανών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αποτέλεσαν την αφορμή για γενικευμένο ξεσηκωμό στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη νότια Μακεδονία. Έλληνες αξιωματικοί παραιτούνταν από τον ελληνικό στρατό και σταδιακά σώματα ενόπλων (4.000 – 5.000) περνούσαν τα ελληνοτουρκικά σύνορα, ώστε να ενισχυθούν οι εξεγέρσεις των αλύτρωτων. Πιο συγκεκριμένα, αποκορύφωμα των επιχειρήσεων αποτέλεσαν τόσο η σφοδρή πολιορκία της Άρτας, όσο και η απειλή των Ιωαννίνων από ελληνικές στρατιωτικές ομάδες.

Παρά το γεγονός ότι, θεωρητικά η ελληνική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κριεζη επιχείρησε να διατηρήσει μια ουδέτερη στάση, εμπράκτως δεν ανταποκρίθηκαν στο οθωμανικό τελεσίγραφο (15 Μαρτίου 1854) για αποκλιμάκωση των συγκρούσεων. Το άμεσο επακόλουθο ήταν, η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δυο κρατών, η αμοιβαία απέλαση υπηκόων και η παύση των εμπορικών συναλλαγών. Καταλυτικό σημείο αποτέλεσε η υιοθέτηση στάσης άμεσης ρήξης με την Υψηλή Πύλη από τον Οθωνα, γεγονός που εξώθησε τις Δυτικές δυνάμεις σε μια σκληρή επίδειξη της γεωπολιτικής πραγματικοτητας.
Ο Ναυτικός αποκλεισμός και το «Υπουργείο Κατοχής»
Η Βρετανική και Γαλλική αντίδραση ως προς την στάση της ελληνικής ηγεσίας υπήρξε έντονη, καθώς στις 13 Μαΐου του 1854, επιβάλλεται ξανά ναυτικός αποκλεισμός και καταλαμβάνεται το λιμάνι του Πειραιά. Αξιοσημείωτο είναι βέβαια το γεγονός ότι, ο αποκλεισμός συνοδεύτηκε από γαλλικά στρατεύματα κατοχής, κοντά στους 3.500 άντρες. Ο Οθωνας, δίχως άλλη επιλογή, σε συνθήκες εθνικής ταπείνωσης κήρυξε επισήμως την ουδετερότητα της χώρας και τα αλυτρωτικά κινήματα εκτός των συνόρων, εν ελλείψει κυβερνητικής αρωγής, κατεστάλησαν απότομα. Πολλοί ένοπλοι επέστρεψαν από τη παραμεθόριο με αποτέλεσμα να ανθίσουν ξανά οι ληστρικές ομάδες στην περιοχή.
Η κυβέρνηση Κριεζή αντικαταστάθηκε από το «Υπουργείο Κατοχής», όπως το χαρακτήριζε η ελληνική κοινή γνώμη, με πρωθυπουργό τον Α. Μαυροκορδάτο, υπουργό Στρατιωτικών τον Δ. Καλλέργη, τον Π. Αργυρόπουλο (υπουργός Εξωτερικών), τον Ρήγα Παλαμίδη (υπουργός Εσωτερικών). Υπήρξε και δυτική παρέμβαση ακόμα και στον τύπο, καθώς το τυπογραφείο της εφημερίδας «Αιών» καταστράφηκε και συνελήφθη ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ελπίς», Κωνσταντίνος Λεβίδης.
Το δραματικότερο γεγονός, υπήρξε εννοείται η μεταφορά της επιδημίας της χολέρας από τα γαλλικά στρατεύματα, αρχικά στον Πειραιά και ύστερα στην πρωτεύουσα, η οποία έχασε περίπου το 1/3 των συνολικών της κατοίκων (κοντά στους 3.000 νεκρούς). Τα γαλλικά στρατεύματα εμπόδιζαν τη λήψη των κατάλληλων υγειονομικών μέτρων προστασίας με αποτέλεσμα ο λοιμός να κορυφωθεί τον Νοέμβριο του 1854 με 800 νεκρούς. Αξίζει να σημειωθεί επίσης, πως παρά τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου στις 25 Φεβρουαρίου το 1856 (στο οποίο συνέδριο ειρήνης το ελληνικό κράτος δεν είχε διπλωματική συμμετοχή), τα αγγλο – γαλλικά στρατεύματα ήραν τον αποκλεισμό μόλις ένα χρόνο μετα (συνολική διάρκεια δηλαδή, 2 χρόνια και 8 μήνες). Πέρα από τις ανθρώπινες απώλειες, το κύρος και του βασιλιά Όθωνα είχε βαλτώσει πλήρως, όπως και τα φιλικά αισθήματα της ελληνικής κοινής γνώμης προς τις δυτικές δυνάμεις. Το ρομαντικό και άπιαστο όραμα της Μεγάλης Ιδέας, ήρθε σε απευθείας σύγκρουση με τη σκληρή διεθνή πραγματικότητα.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Aλεξίου Σπύρος (2022), Η Μεγάλη Ιδέα (1844-1922) – Από τους εθνικούς μύθους στη φωτιά της Σμύρνης, Αθήνα: εκδ. Τόπος
- Ευαγγελίδης Τρύφων (2003), Ιστορία του Όθωνος, Αθήνα: εκδ. Ελεύθερης Σκέψις
- Σβορώνος Νίκος (1976), Επισκόπηση της Νοελληνικής Ιστορίας (μτφρ. Αικατερίνη Ασδραχά – βιβλιογραφικός οδηγός Σπύρου Ι. Ασδραχά), β’ έκδοση, Αθήνα: εκδ. Θεμέλιο
- Gallant W. Thomas (2017), Νεότερη Ελλάδα – Από τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας μέχρι τις μέρες μας (μτφρ. Γιάννα Σκαρβέλη) (επιμ. Δ. Λαμπροπούλου), Αθήνα: εκδ. Πεδίο
- Frary L.J. (2015), Russia and the Making of Modern Greek Identity (1821-1844), Oxford: Oxford University Press
- Ο Κριμαϊκός πόλεμος, η Ελληνική εμπλοκή και το «Υπουργείο κατοχής», argolikivivliothiki.gr, διαθέσιμο εδώ
- «Η Ανάστασις της Ελληνικής Αυτοκρατορίας», Ενότης του Γένους, αρ. 1, εκδ. Ενότης του Γένους, Αθήνα, 11/1855, parliament.gr, διαθέσιμο εδώ