14.4 C
Athens
Παρασκευή, 4 Απριλίου, 2025
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΑσφαλιστικά μέτρα: Ποια είναι η σημασία τους;

Ασφαλιστικά μέτρα: Ποια είναι η σημασία τους;


Της Ευμορφίλης Μεξίδου,

Γέννημα της βραδύτητας που συνεπάγεται όλο και συχνότερα η κύρια διαγνωστική δίκη για τον προσφεύγοντα στη δικαιοσύνη, η διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ως διακριτή μορφή παροχής έννομης προστασίας από την κύρια διαγνωστική διαδικασία, αποτελεί σήμερα αναπόσπαστο μέρος όλων των σύγχρονων δικαίων ηπειρωτικού ή αγγλοσαξονικού τύπου. Στην Ελλάδα, η προσωρινή δικαστική προστασία κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Κατά την απολύτως κρατούσα γνώμη, το άρθρ. 20 § 1 του Συντάγματος περιλαμβάνει όλες τις μορφές ένδικης προστασίας, δηλαδή και την προσωρινή δικαστική προστασία, η οποία παρέχεται μέσω της λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Η διάταξη του άρθρ. 20 § 1 Συντάγματος εξειδικεύεται από τον κοινό νομοθέτη στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου με τα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία προβλέπονται στο πλαίσιο τόσο της αμφισβητούμενης (άρθρ. 682 επ. ΚΠολΔ), όσο και της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 781 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τις υπό το ισχύον δίκαιο κρατούσες στην ελληνική θεωρία απόψεις, οι οποίες ακολουθούν την γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 682 ΚΠολΔ, στην έννοια του ασφαλιστικού μέτρου εντάσσεται κάθε μέτρο το οποίο, έχον παρεπόμενο χαρακτήρα και συνδεόμενο τελολογικώς με την ήδη εκκρεμή ή επικείμενη κυρία διαγνωστική δίκη, λαμβάνεται από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο με σκοπό τη διασφάλιση των αμφισβητούμενων δικαιωμάτων των διαδίκων προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου ως την οριστική κρίση της διαφοράς ή την προσωρινή ρύθμιση της νομικής κατάστασης λόγω συνδρομής επείγουσας περιπτώσεως.

Πηγή εικόνας: pexels.com / Δικαιώματα χρήσης: Cytonn Photography

Γίνεται εύλογα αντιληπτό πως τα ασφαλιστικά μέτρα έχουν διττό σκοπό, αφενός να αποτραπεί ο επικείμενος κίνδυνος που «απειλεί» το δικαίωμα και αφετέρου να ρυθμιστεί προσωρινά μία κατάσταση, λόγω συνδρομής επείγουσας περίπτωσης. Επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος εν προκειμένω είναι η ύπαρξη ανάγκης για έκτακτη δικαστική προστασία του διαδίκου, εξαιτίας συνδρομής παρόντων κινδύνων για τη ματαίωση της απαίτησης ή ενός επείγοντος γεγονότος, το οποίο είναι πιεστικό και ανεπίδεκτο αναβολής και απαιτεί άμεση και γρήγορη ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η ως άνω διάταξη αναφέρεται στην επείγουσα περίπτωση και στον επικείμενο κίνδυνο γενικά και αφηρημένα, ανεξάρτητα από το αν σχετίζονται με το επίδικο αντικείμενο ή τους διαδίκους. Πιο συγκεκριμένα, για το ορισμένο της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ως προς την προϋπόθεση της συνδρομής επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης, πρέπει σε αυτήν να γίνεται, έστω και συνοπτικά, αναφορά των πραγματικών περιστατικών που πιθανολογούν τη συνδρομή του επικείμενου κινδύνου ή της επείγουσας περίπτωσης και δεν αρκεί η αναφορά στη στερεότυπη διατύπωση του νόμου, αλλά απαιτείται παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών του εννοιολογικού προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών, διαφορετικά είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της.

Τα ασφαλιστικά μέτρα διακρίνονται σε συντηρητικά και ρυθμιστικά. Συντηρητικά είναι τα ασφαλιστικά μέτρα τα οποία δεσμεύουν προσωρινά περιουσιακής φύσης στοιχεία του οφειλέτη, για να διασφαλίσουν την απαίτηση του δανειστή από τον κίνδυνο να μείνει ανικανοποίητη, όταν στο μέλλον εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο. Τα μέτρα αυτά είναι: α) η εγγυοδοσία (άρθρα 704-705 ΚΠολΔ), β) η προσημείωση υποθήκης (άρθρο 706 ΚΠολΔ), γ) η συντηρητική κατάσχεση (άρθρα 707-724 ΚΠολΔ), δ) η δικαστική μεσεγγύηση (άρθρα 725-727 ΚΠολΔ), ε) η σφράγιση, αποσφράγιση, απογραφή και δημόσια κατάθεση (άρθρα 737-738 ΚΠολΔ). Ρυθμιστικά στον αντίποδα είναι τα ασφαλιστικά μέτρα που ρυθμίζουν προσωρινά μια κατάσταση, μέχρι να κριθούν οριστικά οι εριζόμενες έννομες σχέσεις, για τις οποίες υπάρχει άμεση και πιεστική ανάγκη είτε να ενεργοποιηθούν είτε να αδρανοποιηθούν, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία αμετάκλητων ή δυσβάστακτων συνεπειών σε σχέση με το πιθανολογούμενο αποτέλεσμα της κύριας δίκης. Εδώ εμπίπτουν: α) η προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων (άρθρα 728-730 ΚΠολΔ), β) η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης (άρθρα 731-732 ΚΠολΔ), γ) η προσωρινή ρύθμιση σε υποθέσεις νομής ή κατοχής (άρθρα 733-734 ΚΠολΔ), δ) προσωρινή ρύθμιση οικογενειακών σχέσεων (άρθρα 735-736 ΚΠολΔ).

Επί του πρακτέου, τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να ζητηθούν με αίτηση από το δικαστήριο και πριν την άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση. Απλώς σε αυτήν την περίπτωση η αγωγή θα πρέπει να ασκηθεί εντός ορισμένης προθεσμίας που ορίζει ο δικαστής (κατά κανόνα) και η οποία ξεκινά από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για την αίτηση που ασκήθηκε. Μία απόφαση ασφαλιστικών μέτρων από πολιτικό δικαστήριο εκδίδεται εντός ενός μήνα περίπου από την κατάθεση και τη συζήτηση της αίτησης (ενδέχεται ακόμα και νωρίτερα). Αν όμως η κατάσταση μεταξύ των διαδίκων είναι εξαιρετικά σοβαρή, θα πρέπει να καλυφθεί νομικά αυτό το χρονικό κενό που δημιουργείται για τον διάδικο που ζημιώνει από την καθυστέρηση του δικαστηρίου. Αυτό τον ρόλο έχει η προσωρινή διαταγή που προβλέπεται στο άρθρο 691Α ΚΠολΔ. Πρόκειται για διαταγή που εκδίδει ο δικαστής και η οποία διαπλάθει μια νέα νομική κατάσταση μεταξύ των διαδίκων (με αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις για τον καθένα), μέχρι να εκδοθεί η απόφαση επί της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων. Άρα, αυτή η προσωρινή διαταγή χάνει αυτόματα την ισχύ της, μόλις εκδοθεί η παραπάνω δικαστική απόφαση. Αναμφισβήτητα επομένως τα ασφαλιστικά μέτρα, ως θεσμός προσωρινής δικαστικής προστασίας, παρουσιάζουν κάποιες ιδιαιτερότητες, οι οποίες είναι καθοριστικές για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος.

Πηγή εικόνας: pexels.com / Δικαιώματα χρήσης: Lisa Goodzwaard

Τί πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζει κανείς πριν την άσκησή τους; Κατ’ αρχάς το δικαστήριο δε δεσμεύεται από το αιτούμενο ασφαλιστικό μέτρο από τον διάδικο και άρα μπορεί να διατάξει κάτι εντελώς διαφορετικό, αρκεί όμως αυτό να ανήκει στη σχετική ομάδα των ασφαλιστικών μέτρων, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Το ασφαλιστικό μέτρο που θα διαταχθεί, δεν θα πρέπει να οδηγεί στην πλήρη ικανοποίηση του επίδικου δικαιώματος, δηλαδή η αξίωση του διαδίκου δεν γίνεται να καλύπτεται εντελώς, ειδάλλως δεν θα είχε νόημα η αμφισβήτησή της στη δίκη που πρόκειται να ακολουθήσει. Επιπροσθέτως, απαγορεύεται το ασφαλιστικό μέτρο που θα εκδοθεί να προσβάλλει δικαιώματα τρίτου προσώπου που δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ των διαδίκων. Αν περισσότερα ασφαλιστικά μέτρα φαίνονται κατάλληλα στη συγκεκριμένη υπόθεση για τον δικαστή, αυτός εν τέλει θα επιλέξει εκείνο που είναι το πιο «ήπιο» για τον αντίδικο, εφόσον φυσικά η αίτηση γίνει δεκτή. Ο λόγος αυτής της ευχέρειας είναι να μην αποκτά η προσωρινή δικαστική προστασία τιμωρητικό χαρακτήρα γενικότερα. Παράλληλα, κατά της απόφασης για την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων δεν ασκείται κανένα ένδικο μέσο με μόνη εξαίρεση τη δυνατότητα άσκησης έφεσης στα ασφαλιστικά μέτρα νομής. Τέλος, ασφαλιστικά μέτρα δεν μπορούν να διαταχθούν από διαιτητικό δικαστήριο, καθώς μόνο τα πολιτικά δικαστήρια (Μονομελές ή Πολυμελές Πρωτοδικείο) είναι αρμόδια να εκδώσουν τέτοια απόφαση.

Καταληκτικά, η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αν και ξεκίνησε ως δικονομικό παρεπόμενο της κύριας δίκης, εντούτοις συνεχώς εμπλουτίζεται μέσω των διαφόρων εξελίξεων με νέες διατάξεις, οι οποίες θα έλεγε κανείς πως έχουν ως μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα να την αποκόπτουν από τον ομφάλιο λώρο της κύριας δίκης και να της προσφέρουν ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας. Έτσι, καθίστανται τα ασφαλιστικά μέτρα ένα ιδιαίτερο δικονομικό μέσο που διέπεται από τους δικούς του δικονομικούς κανόνες, από την εισαγωγή προς εκδίκαση του σχετικού αιτήματος μέχρι και την εκτέλεση της σχετικής αποφάσεως, χωρίς βέβαια αυτή η αυτονομία να είναι άμοιρη περαιτέρω συνεπειών σε συγκεκριμένα ζητήματα.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Ιωάννης Χαμηλοθώρης – Γεώργιος Ορφανίδης, Ασφαλιστικά Μέτρα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2023
  • Ασφαλιστικά Μέτρα: ποια είναι; πότε τα χρειάζομαι;, kontoyannilawfirm.gr, διαθέσιμο εδώ
  • Προϋποθέσεις λήψης ασφαλιστικών μέτρων, efotopoulou.gr, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ευμορφίλη Μεξίδου
Ευμορφίλη Μεξίδου
Γεννήθηκε το 2003 στην Θεσσαλονίκη όπου και μεγάλωσε. Διανύει το 4ο έτος της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, έχοντας μεγάλη αγάπη για το αντικείμενο. Γνωρίζει πολύ καλά αγγλικά και γερμανικά. Ειναι λάτρης των λογοτεχνικών βιβλίων και στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με την γυμναστική, τον εθελοντισμό και την ανάγνωση νομικών συγγραμμάτων. Θεωρεί την αρθογραφία σπουδαία ενασχόληση, διότι έτσι προάγεται η ελευθερία της έκφρασης, μία από τις πολλές εκφάνσεις της δημοκρατίας, και ταυτόχρονα διευρύνονται οι πνευματικοί ορίζοντες τόσο του αρθρογράφου, όσο και του αναγνώστη.