Της Ευθυμίας Γκαμπέση,
Σε μία εποχή, και πόσο μάλλον μια κοινωνία σαν τη δική μας, αποτελεί κοινό «μυστικό» ότι τα περισσότερα —αν όχι όλα— γίνονται στον βωμό της δόξας και του κέρδους. Τα ηθικά τείχη κατεδαφίζονται προκειμένου οι «αδηφάγες» προσωπικές φιλοδοξίες να ικανοποιηθούν, κάτι που συχνά έρχεται με επιπτώσεις και παράπλευρες απώλειες.
Το συγκεκριμένο θέμα πραγματεύεται και το μυθιστόρημα Το μπάσταρδο, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Συγγραφέας του βιβλίου είναι ο Μένιος Σακελλαρόπουλος, ο οποίος, όπως αναφέρει και μέσα στο έργο, εμπνεύστηκε την ιστορία από μία συζήτηση με παλιούς του φίλους μια μέρα με έντονη βροχή. Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος, με την εκρηκτικότητα και την ευθυμία που τον χαρακτηρίζει, έχει κάνει άλματα, όχι μόνο στο κομμάτι της συγγραφής βιβλίων, αλλά και στον τομέα της δημοσιογραφίας. Μερικές από τις εφημερίδες στις οποίες έχει δουλέψει αποτελούν το Έθνος, Nitro και Active, ενώ δεν έχασε την ευκαιρία να συνεργαστεί και με σημαντικά τηλεοπτικά κανάλια όπως Mega Channel και Open TV.

Οι κεντρικοί θεματικοί άξονες του μυθιστορήματος αφορούν πρώτον την ακόρεστη και λυσσαλέα πείνα των ανθρώπων για φήμη, δόξα και επιτυχία με κάθε κόστος και δεύτερον, το πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπούν όλα με μία και μόνο πληροφορία: την εμφάνιση ενός νόθου παιδιού. Παράλληλα, υπάρχουν έντονα τα στοιχεία για σεξουαλική κακοποίηση και μητρική αγάπη, ενώ δεν εκλείπει και το «μικρόβιο» της επανάστασης σε όλα τα κακώς κείμενα τόσο του μικρόκοσμου στον οποίο ζούμε όσο και της κοινωνίας στο σύνολό της.
Αναλυτικότερα, το τοπίο εναλλάσσεται μεταξύ δύο τελείως αντιφατικών καταστάσεων και προσώπων. Από τη μία, βλέπουμε τον επιτυχημένο και ευκατάστατο ιατρό, Τάσο Τζεφρώνη, ο οποίος, ως ένας από τους δημοφιλέστερους πλαστικούς χειρούργους στην Αθήνα, αξιοποιεί τις διασυνδέσεις του και αποκτά ένα ενδιαφέρον στην πολιτική. Αυτός και η γυναίκα του, Ευγενία, με τα δύο τους παιδιά, Έλενα και Αλέξη, ζούνε μία πλουσιοπάροχη ζωή, χωρίς το χρήμα να αποτελεί πρόβλημα για το οτιδήποτε. Μακριά από αυτήν τη χλιδή και την κοσμικότητα, μεταφερόμαστε σε ένα φτωχικό σπίτι, στο οποίο ζει η Νατάσα Βοϊλέ, ή Αναστασία, με τον εικοσιπεντάχρονο γιο της, Λουκά. Ένας αντιδραστικός και γεμάτος ένταση νέος, που μέσα του κρύβει όλο το βαρύ φορτίο του πόνου που του έχει προσφέρει η ζωή έως τώρα. Οι μέρες κυλούν εξαιρετικά δύσκολα για την οικογένεια, η οποία είναι βυθισμένη στην ένδεια.
Η πλοκή διακλαδώνεται σε πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις. Σαφέστερα, μέσα από μία σειρά γεγονότων, παρατηρούμε πως ο πολιτικός πλέον, Τζεφρώνης, παρά την ευτυχισμένη ζωή που απολάμβανε έως τώρα, αποφασίζει να κατέβει στις επικείμενες εκλογές. Αυτό του απορροφά όλη την ενέργεια και το μυαλό του, ενώ σταδιακά μετατρέπεται σε έναν αγενή, ρηχό και οξύθυμο άνθρωπο που δεν μετράει τίποτα άλλο πέρα από την εξασφάλιση των απαιτούμενων ψήφων. Η Νατάσα, από την άλλη, με μοναδική της οικογένεια τον Λουκά, παλεύει να βγάλει τα προς το ζην, πιάνοντας εφήμερες και περιστασιακές δουλειές. Ποια είναι, όμως, η σχέση αυτών των δύο; Μήπως γνωρίζονται από το παρελθόν; Το κουβάρι αρχίζει να ξεδιπλώνεται όταν ο Λουκάς, θέλοντας να μάθει ποιος ήταν πραγματικά ο πατέρας του, αρχίζει να σκαλίζει τις ρωγμές του παρελθόντος.
Συνοψίζοντας, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, πέραν από το γεγονός ότι αποτελεί ένα συναρπαστικό ταξίδι στον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων, έχει την ιδιότητα να ανοίξει τα μάτια στον αναγνώστη· να δει, δηλαδή, πέρα από την εικόνα, πέρα από ένα καλό κουστούμι, ακόμα και πέρα από τα ράσα ενός φαινομενικά καλού παπά. Το έργο αυτό μας διδάσκει, επίσης, ότι μία αντιδραστική και, ταυτόχρονα, αγνή ψυχή δεν μπορεί να εξαγοραστεί, να ταπεινωθεί, αφού δεν θα πάψει ποτέ να αγωνίζεται μέχρι να ανακαλύψει την αλήθεια…